agonie /agɔni/ - αγωνία /aγonía/

agonie

ΕΤΥΜ: grec agônia


ΣΗΜΑΣΙΑ1 (ωςουσιαστικό)

État de l'être humain dans la période qui précède immédiatement la mort et où l'organisme peut paraître lutter pour demeurer en vie ; cette période même

ΠΡΔ: Après une longue agonie, Anatole France est mort. Il était âgé de 80 ans, étant né en 1844.

ΜΤΦ:χαροπάλεμα, ψυχορράγημα


ΣΗΜΑΣΙΑ2 (ωςουσιαστικό)

Disparition lente de ce qui s'achemine vers sa fin en résistant aux causes de destruction ou d'anéantissement (synonymes: décadence, déclin)

ΠΡΔ:

  1. Un quart de siècle après la faillite de l'Union soviétique, la démocratie américaine est à l'agonie.
  2. Ou bien cette crise est-elle l'agonie d'un modèle absurde – celui de la déréglementation et du pouvoir à courte vue de la finance ?
ΜΤΦ:δύση, τέλος

αγωνία

ΕΤΥΜ: < αρχ. ἀγωνία


ΣΗΜΑΣΙΑ1 (ωςουσιαστικό)

Συναισθηματική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από ασυγκράτητη αναμονή ή που οφείλεται σε φόβο ή ανησυχία για κάτι

ΠΡΔ:

  1. Υπάρχει μια αγωνία για το αύριο.
  2. Οι μαθητές περίμεναν όλο αγωνία τους βαθμούς του πρώτου τετραμήνου.
  3. Πρόκειται για ένα θρίλερ κατασκοπίας με συγκλονιστικές σκηνές αγωνίας (αλλά και χιούμορ), που βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα.
ΜΤΦ:angoisse, impatience, suspense