apologie /[apolojie]/ - απολογία /[apolojía]/

apologie

ΕΤΥΜ: Du latin apologia


ΣΗΜΑΣΙΑ1 (ωςουσιαστικό)

Éloge ou justification de quelqu'un, de quelque chose, présentés dans un écrit, un discours ; cet écrit ou ce discours

ΠΡΔ:

  1. Faisant son apologie à la suite de certaines critiques qui le mettaient directement en cause, Paul écrit en effet : " Ma réponse à mes détracteurs, la voilà''.
  2. Si ton médecin est contre ça déja c'est sur il ne va pas t en faire l' apologie mais bien l'inverse.
ΜΤΦ:εγκώμιο

απολογία

ΕΤΥΜ: [λόγ. < αρχ. ἀπολογία]


ΣΗΜΑΣΙΑ1 (ωςουσιαστικό)

γραπτή ή προφορική ομιλία που κάνει κάποιος με σκοπό να υπερασπίσει τον εαυτό του ή γενικά να δώσει εξηγήσεις σχετικά με κατηγορία που τον βαρύνει

ΠΡΔ:

  1. Και τι απολογία θα δώσουμε στο Θεό την ώρα της Κρίσεως, όταν ο Κύριος θα κρίνει μπροστά μας κι εκείνη κι εμάς;
  2. Μάλιστα, προδικάζεται ότι η τελική απολογία του κ. Παπακωνσταντίνου...
ΜΤΦ:excuse