alchimie /alʃimi/ - αλχημεία /alximía/

alchimie

ΕΤΥΜ: (latin médiéval alchimia, de l'arabe al-kīmiyā', du grec khumeia, mixtion)


ΣΗΜΑΣΙΑ1 (ωςουσιαστικό)

Art de purifier l'impur en imitant et en accélérant les opérations de la nature afin de parfaire la matière

αλχημεία

ΕΤΥΜ: (άμεσο δάνειο) γαλλική alchimie < μεσαιωνική λατινική alchemia < αραβική ال (al, “άρθρο”) + كيمياء (kīmiyā’) < ελληνιστική κοινή χυμεία < αρχαία ελληνική χῦμα < χέω, με συμφυρμό εννοιών από τις λέξεις χημία και Χημία (αντιδάνειο)