atomique /atɔmik/ - ατομικός /atomikós/

atomique

ΕΤΥΜ:

  1. Nom formé à partir de deux éléments grecs: « a- » , préfixe qui a un sens privatif « temnein », verbe qui signifie couper
  2. De « atome » avec le suffixe adjectival -ique


ΣΗΜΑΣΙΑ1 (ωςουσιαστικό)

Qui se rapporte à la désintégration des noyaux d'atomes et à l'énergie qui en provient

ΠΡΔ: L'acte d'inculpation cependant cite un haut responsable de INVA, une firme nucléaire argentine qui dominait à la Commission à l'Energie Atomique

ΜΤΦ:ατομικός/πυρηνικός

ατομικός

ΕΤΥΜ: [<άτομον]


ΣΗΜΑΣΙΑ1 (ωςουσιαστικό)

που αναφέρεται ή που ανήκει σε ένα άτομο και όχι στο σύνολο

ΠΡΔ: Οι εργασίες ήταν ατομικές αλλά δεν έλειψαν και οι συλλογικές

ΜΤΦ:atomique