fermoir /fε ʀmwa:ʀ/ - φερμουάρ /fermuár/

fermoir

ΕΤΥΜ: Dérivé de fermer avec le suffixe -oir


ΣΗΜΑΣΙΑ1 (ωςουσιαστικό)

Dispositif qui sert à tenir fermé un portefeuille, un collier, un bracelet, etc.

ΠΡΔ:

  1. Μa petite pochette avec fermoir argenté bien présenté avec un collier de perles (ça fait chic !)
  2. Un élégant coffret collector avec fermoir magnétique, épais, solide et aux finitions soignées, réunissant les sept volumes en folio junior.
ΜΤΦ:κούμπωμα, πόρπη, αγκράφα

φερμουάρ

ΕΤΥΜ: [λόγ. < γαλλ. fermoir]


ΣΗΜΑΣΙΑ1 (ωςουσιαστικό)

μηχανισμός προσαρμοσμένος σε ρούχα, τσάντες, βαλίτσες κτλ., που αποτελείται από δύο παράλληλες σειρές δοντιών, οι οποίες μέσο μιας μικρής συρόμενης λαβής κλείνουν (κουμπώνουν) μπαίνοντας η μια μέσα στην άλλη

ΠΡΔ: Στην πρώτη Γυμνασίου είχα μια τσάντα κρεμαστή μπλε σκούρα με λευκές γραμμές σε τετραγωνικό δικτυωτό, με άσπρο χερούλι και φερμουάρ από πάνω (σαν την κόκκινη της φωτογραφίας).

ΜΤΦ:fermeture éclair