retiré /ʀ ətiʀe/ - ρετιρέ /retiré/

retiré

ΕΤΥΜ: (de tirer)


ΣΗΜΑΣΙΑ1 (ωςεπίθετο)

Qui s'est retiré (du monde, des affaires…).

ΠΡΔ:

  1. Si vous avez des remarques ou si vous souhaitez être retiré ,contactez-moi).
  2. Chacun deux, retiré à lécart, est comme étranger à la destinée de tous les autres : ses enfants et ses amis particuliers forment pour lui toute lespèce humaine ;
ΜΤΦ:απομονωμένος, απόμερος

ρετιρέ

ΕΤΥΜ: [λόγ. < γαλλ. se retirer `αποτραβιέμαι΄, retiré `απομακρυσμένος΄]


ΣΗΜΑΣΙΑ1 (ωςουσιαστικό)

Appartement luxueux construit sur le toit-terrasse d'un immeuble élevé.

ΠΡΔ:

  1. Πέντε φίλοι νοίκιασαν ένα ψηλοτάβανο ρετιρέ σε μια πολυκατοικία των 50s, στην περιοχή της Κυψέλης και το μετέτρεψαν σε χώρο όπου κάθε σαββατοκύριακο φιλοξενούνται εκθέσεις, συναυλίες, προβολές ταινιών, παραστάσεις και πάρτι.
  2. Ο χώρος βρίσκεται στο ρετιρέ πολυκατοικίας του 19ου αιώνα με μαγευτική θέα, 360°, στο Βόσπορο, στον Κεράτιο Κόλπο και στη Θάλασσα του Μαρμαρά
ΜΤΦ:penthouse