empathie /ɑ̃pati/ - εμπάθεια /embáθia/

empathie

ΕΤΥΜ: calque de l'allemand Einfühlung


ΣΗΜΑΣΙΑ1 (ωςουσιαστικό)

Faculté intuitive de se mettre à la place d'autrui, de percevoir ce qu'il ressent

ΠΡΔ:

  1. Le vieil homme faisait preuve d' empathie à l'égard des gens qui ont eu une vie difficile .
  2. Malheureusement, il est difficile d'éprouver la moindre empathie pour l'auteur dépourvu d'émotions de ces meurtres révoltants.
ΜΤΦ:ενσυναίσθηση

εμπάθεια

ΕΤΥΜ: [λόγ. < ελνστ. ἐμπάθεια `φυσική επίδραση, πάθος΄ κατά την αλλ. της σημ. του εμπαθής]


ΣΗΜΑΣΙΑ1 (ωςουσιαστικό)

το να κυριαρχείται κάποιος από έντονα συναισθήματα εχθρότητας, κακίας ή μίσους· η ιδιότητα και ο τρόπος του εμπαθούς

ΠΡΔ:

  1. Οι προσωπικές επιθέσεις εναντίον του απλά φανερώνουν την εμπάθεια σας και όχι πολιτική αντιπαράθεση.
  2. Αθέμιτος επαγγελματικός ανταγωνισμός και προσωπική εμπάθεια ο λόγος των συκοφαντικών και τραμπουκικών επιθέσεων στην δημοσιογράφο!
ΜΤΦ:malveillance,animosité,préconception